Τετάρτη, 18 Ιανουαρίου 2017

Του π. Γεωργίου Οικονόμου : Οι δύο γάμοι (διήγημα)

ord-gam-4

Στάθηκε εκεί ακίνητη, με το βλέμμα στηλωμένο στα μάτια του για ώρα. Μέχρι, που έκλεισε και τα δικά της μάτια και θυμόταν.
Από την πρώτη στιγμή, που τον γνώρισε, μέχρι την ώρα εκείνη. Το πρώτο βλέμμα. Την πρώτη σκέψη. Το πρώτο σκίρτημα. Το πρώτο όνειρο.

Τότε, που το βλέμμα της συνάντησε το δικό του με ντροπή και σεμνότη και αμέσως το χαμήλωσε.
Άλλες εποχές τότε, άλλα ήθη. Μονάχα με τις φίλες και τις αδερφάδες καμιά φορά μιλούσαν για τα θέματα αυτά με φόβο και συστολή.
Μην τις ακούσει κανείς, μην το μάθει η μάνα ή ο πατέρας και έπρεπε να απολογηθούν μετά. Τότες η αγάπη βρισκόταν κάπου ανάμεσα στα όρια του παραμυθιού και του ονείρου. Ήταν θέμα της καρδιάς. Τις περισσότερες φορές...
Γιατί και τότε υπήρχε, όπως σε κάθε εποχή, το συφέρον. Η διοτέλεια. Η χειραγώγηση επιτήδειων, ώστε τα προξενιά να αποφέρουν εκατέρωθεν κέρδος.
Μα για τα φτωχά κορίτσια, τί συφέρον μπορούσε να υπάρξει;
Η μόνη τους ελπίδα ήταν να βρεθεί ένας ρομαντικός νέος, ανώτερος τέτοιων καταστάσεων και να τα ζητήσει για την ομορφιά τους, που ράγισε την καρδιά του στο πρώτο βλέμμα.
Ένας τέτοιος νέος, ο Φώτης, είχε κάποτε επισκεφτεί το σπίτι της Γιαννούλας. Γνωστός του θείου της, του Νικόλα, έφερε είδηση απ' τα βουνά για την οικογένειά της.
Ήταν η φριχτή εποχή του εμφύλιου, που χώρισε όχι χωριά ολόκληρα στη μέση, αλλά και τις ίδιες τις οικογένειες.
Αδερφός σκότωνε τον αδερφό και γιος έσφαζε τον πατέρα και την μάνα. Τόσο αγρίεψαν οι άνθρωποι, που εμπιστοσύνη δεν υπήρχε σε κανέναν, όλοι υποπτεύονταν και φυλάγονταν, μήπως και κρατήσουν το κακό μακριά απ' το σπιτικό τους.
Και αλοίμονο, κοντά βδομήντα χρόνια τώρα, κείνες οι πληγές δεν έκλεισαν ολότελα. Σαν το τραύμα, που σκίζεται απ' τον πόνο, όταν αλλάζει ο καιρός, έτσι ξυπνούν ξανά και ξανά εκείνοι οι παλιοί εφιάλτες.
Και το μίσος δηλητηριάζει των ανθρώπων τις καρδιές και σκέφτονται κακά ο ένας για τον άλλο.
Ο Φώτης (δεν αναφέρουμε σκόπιμα σε ποια από τις δύο πλευρές βρισκόταν, μην υποδαυλίζουμε πια τ' αγιάτρευτα τα πάθια και τους πόνους τους παλιούς) ήταν ένας νέος μετριοπαθής.
Το βουνό και τα όπλα καθόλου σχεδόν δεν σκλήρυναν την άδολη και αγαθή καρδιά του και βαθειά μέσα του βασανιζόταν πάντα γι' αυτόν τον διχασμό.
Και προσευχόταν, όπως η γιαγιά του η Ακριβούλα τού' χε μάθει, να έρθει εκείνη η ώρα η ευλογημένη, της ειρήνης.
Της ενότητας και της ομόνοιας. Αυτές τις σκέψεις, βέβαια, τις έκρυβε μέσα του καλά, μην τον επεράσουν για προδότη και τον εκτελέσουν.
Μια μέρα έφτασε, λοιπόν, στην αδερφή του Νικόλα, την μάνα της Γιαννούλας, την κυρά Δέσποινα, και ζήτησε να τον φιλοξενήσουν.
Η κυρά Δέσποινα και ο κυρ Μανώλης τον έβαλαν με χαρά στο σπίτι τους. Τον φιλοξένησαν στο φτωχικό τους με αρχοντιά και αγάπη, όπως κάθε ξένο, που περνούσε από το σπίτι τους.
Σφάξανε τον κόκκορα, βγάλανε το καλό κρασί από το κελλάρι, τυριά ένα σωρό δικά τους και τους καλύτερους μεζέδες και τον κάτσαν στο τραπέζι τους.
Η Γιαννούλα έτρεχε να εξυπηρετήσει χωρίς να τολμά ούτε να κοιτάξει τον ξένο. Εκείνος, όμως, της μίλησε και είπε˙ αι!
Εσύ είσαι η Γιαννούλα; Μου μίλησε ο θείος σου και ζήτησε να σου δώσω αυτό το γράμμα. Αν άνοιγε η γη να την καταπιεί, την ώρα εκείνη, θα είχε εισακούσει ο Θεός την θερμότερη προσευχή της.
Τα μάγουλά της κοκκίνησαν σαν παντζάρια και με ταραχή πλησίασε απλώνοντας δειλά το χέρι να πάρει το γράμμα, θυμωμένη ολότελα με τον θείο της, που την έβαλε σε τέτοιους μπελάδες της καρδιάς.
Με συγχωρείς, ψέλλισε ο Φώτης, που κατάλαβε μάλλον την ταραχή της. Η ταραχή αυτή, που πρόδινε τη σεμνότη της, μα και η ομορφιά η ανόθευτη του προσώπου της, τον εντυπωσίασαν βαθειά.
Μετά το σκηνικό αυτό ζήτησε ευγενικά να τον συγχωρήσουν επικαλούμενος την κούρασή του και παρακάλεσε να τον οδηγήσουν στο δωμάτιό του.
Η μάνα της Γιαννούλας, η κυρά Δέσποινα, την μάλωσε για το σάστισμά της, όμως κρυφά χαιρόταν, για την αγνότη του παιδιού της.
Ήταν, άλλωστε, δεκαεφτά χρονώ κορίτσι, βλαστάρι τρυφερό μα και δροσερό, σαν τα κρύα τα νερά.
Την επόμενη μέρα, πρωΐ πρωΐ, ο Φώτης ζήτησε να μιλήσει κατ' ιδίαν με τον κυρ Μανώλη.
Ο κυρ Μανώλης φοβήθηκε ότι κάτι δυσάρεστο είχε να του μηνύσει, μα έμεινε έκπληκτος όταν άκουσε τον Φώτη να του λέει˙ όλη τη νύχτα δεν μπόρεσα να κλείσω μάτι. Θέλω με τιμή να ζητήσω το χέρι της κόρης σας.
Δεν είμαι άνθρωπος πλούσιος, είμαι ταπεινής καταγωγής, μα τίμιος. Θαύμασα την ίδια και όλη σας την οικογένεια.
Η φιλοξενία σας και η μεγάλη σας καρδιά σε έναν ξένο και άγνωστο είναι πολύ σημαντικά για μένα. Θα αγωνιστώ τίμια να ζήσουμε ευτυχισμένοι. Αυτή η κατάρα του πόλεμου, η φαγωμάρα μεταξύ μας φαίνεται να τελειώνει.
Τί έχουμε άραγες να χωρίσουμε; Να σκίσουμε την σημαία μας στα δύο και να πάρουμε μισή ο καθένας; Να σκίσουμε μήπως την πατρίδα μας στη μέση;
Τέτοια λόγια δεν τόλμησα να ξαναπώ, μα όταν σας γνώρισα και με τις συστάσεις του Νικόλα, κατάλαβα ότι δεν είμαι ο μόνος άνθρωπος, που σκέφτεται έτσι.
Είστε άνθρωποι και εσείς τίμιοι και ευγενικοί. Θα ήταν τιμή μου να μου εμπιστευτείτε το κορίτσι σας.
Ο κυρ Μανώλης άκουγε με προσοχή και κρυφή συγκίνηση. Κάθε βράδυ προσεύχονταν με την γυναίκα του να στείλει ο Θεός άνθρωπο καλό για το παιδί τους. Μην κακοπέσει και βασανιστεί.
Ευχαρίστησε τον Φώτη και του ζήτησε λίγο χρόνο να συζητήσει με την γυναίκα του, την Δέσποινα.
Λίγος χρόνος πραγματικά χρειάστηκε, ώσπου τον ξαναφώναξαν, αφού συζήτησαν με την γυναίκα του και την κόρη του, και του είπε˙ παιδί μου, καλωσόρισες στην οικογένειά μας!
Κάναν τα αρραβωνιάσματα την ίδια μέρα, αφού φώναξαν τον ιερέα του χωριού, τον παπα-Κώστα, και ευλόγησε τα δαχτυλίδια.
Η Γιαννούλα είχε κρυφή χαρά, γιατί συμπάθησε αμέσως τον Φώτη, μα και ένα σωρό άλλα ανάμικτα αισθήματα και συναισθήματα.
Φόβο, αγωνία, ανασφάλεια, ενθουσιασμό, δισταγμούς. Ώσπου ξέσπασε σε κλάματα και χώθηκε σαν μικρό παιδάκι στην αγκαλιά της μάνας της.
Εκείνη την ενθάρρυνε και την παρηγόρησε, της έσφιξε το χέρι και της είπε˙ παιδί μου, μην στενοχωριέσαι, ευλογία Θεού είναι το παλληκάρι αυτό, όλα θα παν καλά, θα ζήσετε ευτυχισμένοι.
Την ίδια μέρα ο Φώτης έπρεπε να φύγει! Όπως, όμως, υποσχέθηκε έγραφε τακτικά στην αρραβωνιαστικιά του, γράμματα, που τα είχε ακόμα, μέχρι σήμερα, φυλαγμένα, πανάκριβα κειμήλια, στο βαλιτσάκι με τα κοσμήματά της.
Όντως ο πόλεμος τελείωσε γρήγορα, τον Αύγουστο του 1949, αφήνοντας ανοιχτές και αγιάτρευτες μέχρι σήμερα τις πληγές του.
Τον Σεπτέμβρη του ίδιου χρόνου έγινε ο γάμος. Η Γιαννούλα, που ελάχιστα έβλεπε τον Φώτη μέχρι τότε, ένοιωθε από τα γράμματα, που της έστελνε, ότι ήδη τον είχε βαθειά αγαπήσει.
Ο φόβος είχε δώσει την θέση του στην προσμονή και την ανυπομονησία και όταν ήρθε η ευλογημένη ώρα του Γάμου βαθειά συγκίνηση πλημμύριζε τις καρδιές τους.
Γιατί η αγάπη τους ήταν αγνή και καθαρή. Και με την ευλογία του Θεού έζησαν στα αλήθεια ευτυχισμένοι.
Ήταν όλες εκείνες οι στιγμές, που θυμόταν με κλειστά τα μάτια, ακίνητη εκεί μπροστά του σαν σε εικόνισμα αγιασμένο, σαν σε εκκλησία ζωντανή.
Τα τρία παιδιά, που τους χάρισε ο Θεός, τα έντεκα εγγόνια και τα τέσσερα δισέγγονα, όπως ακριβώς ευχήθηκε η Εκκλησία στον γάμο τους να αξιωθούν ἰδεῖν τέκνα τέκνων.
Τις χαρές, τις λύπες, τις πίκρες, τις δοκιμασίες, την φτώχεια και τα βάσανα, μα πάνω από όλα την αγάπη εκείνη, που ατσιγγούνευτα χάριζαν πάντοτε ο ένας στον άλλο και στα παιδιά τους.
Τις γέννες, τα γενέθλια, τα οικογενειακά τραπέζια, τους χαζούς και ανούσιους καυγάδες μα πάντα και την συγχώρεση μετά.
Συγχώρεση, που τους έβαλε κανόνα ο πνευματικός τους. Καθώς κατά θεία σύμπτωση και ευλογία οι οικογένειες και των δύο ήταν προσφυγικές από την ελληνική γη της Ιωνίας και συγκεκριμένα την Έφεσο, τους έβαλε κανόνα ο πνευματικός τους την εντολή του Αποστόλου Παύλου στους Εφεσίους˙ ὁ ἥλιος μη ἐπιδυέτω ἐπί τῷ παροργισμῷ ὑμῶν.
Και έτσι, κάθε βράδυ μετά τον Απόδειπνο, πάντα βάζαν μετάνοια ο ένας στον άλλο, ζητούσαν συγχώρεση και έδιναν τον ασπασμό της ειρήνης.
Έζησαν αλήθεια ευτυχισμένοι στην κατ'οίκον εκκλησία τους, όπως θέλει ο Θεός τους ανθρώπους, απλοί, καθαροί, τίμιοι, αγωνιστές. Ασκητές της αγάπης.
Μα ήρθε η ώρα, που ο καλός Θεός κάλεσε κοντά Του τον δούλο του Φώτιο. Ήταν έτοιμος για αυτό και τακτοποιημένος.
Εξομολογημένος με συντριβή και καθαρότητα για όλα τα αμαρτήματα από την νιότη ως τα γεράματα, με συχνή μετοχή στην Θεία Κοινωνία, εφόδιο ζωής αιωνίου, περιμένοντας κάθε φορά τον παπά με συγκίνηση και αναφυλλητά μικρού παιδιού.
Γιατί δεν έβλεπε τον παπά αλλά έβλεπε τον Ίδιο τον Χριστό, που ερχότανε στο σπίτι του. Και τώρα άγιος Άγγελος τον οδηγούσε σε Εκείνον, καθώς μετέβαινε ἐκ τοῦ θανάτου εἰς τὴν ζωήν.
Και η Γιαννούλα εκεί ακίνητη, με το βλέμμα στηλωμένο στα μάτια του για ώρα. Μέχρι, που έκλεισε και τα δικά της μάτια και θυμόταν. Και προσευχόταν.
Και, όπως άκουγε τους στίχους απ' το Ψαλτήρι, το θαυμάσιο αυτό και τόσο παρηγορητικό βιβλίο του Προφήτη Δαυΐδ, πίστευε μέσα της βαθειά ότι τα λόγια εκείνα δεν γράφτηκαν για κάποιον άλλο παρά μόνο για τον Φώτη.
Μακάριος ἀνήρ ὅς οὐκ ἐπορεύθη ἐν βουλῇ ἀσεβῶν καὶ ἐν ὁδῷ ἁμαρτωλῶν οὐκ ἔστη καὶ ἐπὶ καθέδρα λοιμῶν οὐκ ἐκάθησε. ἀλλ' ἤ ἐν τῷ νόμῳ Κυρίου τὸ θέλημα αὐτοῦ, καὶ ἐν τῷ νόμῳ αὐτοῦ μελετήσει ἡμέρας και νυκτός.
Ἄμωμοι ἐν ὁδῷ, Ἀλληλούϊα. Εὐλογητὸς εἶ Κύριε, δίδαξόν με τὰ δικαιώματά σου.
Ἐπεπόθησεν ἡ ψυχή μου τοῦ ἐπιθυμῆσαι τὰ κρίματά σου ἐν παντὶ καιρῷ.
Και προσευχήθηκε και αυτή με λόγια παρόμοια˙ σε όλη την ζωή μου, Κύριε, με όλη την καρδιά μου ποθούσα κι αγαπούσα να τηρώ τις εντολές Σου.
Ήμουν αδύναμη και συνέχεια αμάρτανα. Μα, αν θέλεις, πάρε με και μένα κοντά Σου. Αξίωσέ με την ανάξια να δω το φως του Προσώπου Σου.
Ένοιωσε μία ξαφνική αδιαθεσία, τα παιδιά και τα εγγόνια της έτρεξαν κοντά της, φώναξαν αμέσως γιατρό και ασθενοφόρο αλλά ήταν ήδη αργά.
Γιατί, όταν ορίζει ο Θεός, οι άνθρωποι είναι αδύναμοι να σώσουν άλλον άνθρωπο. Μόνο ο Θεός σώζει. Και η σωτηρία η δική Του είναι άληκτη. Είναι αιώνια. Είναι η βασιλεία της δικαιοσύνης Του.
Και, όπως ακριβώς το ήθελαν και οι δύο κατά βάθος, στην νεκρώσιμη ακολουθία, που εψάλλη την επομένη, στάθηκαν πάλι δίπλα δίπλα.
Όπως στον γάμο τους, πριν εξηνταέναν ολόκληρους χρόνους. Και τώρα στους ουρανίους γάμους, με τον Νυμφίο Χριστό, τους αξίωσε η αγάπη Του, που ευαρεστείται στους ανθρώπους πού' χουν καθαρή καρδιά, εισόδευσαν και πάλι μαζί.
Για να στεφανωθούν όχι με φθαρτά, υλικά στεφάνια αυτήν την φορά, αλλά με τον αμαράντινο στέφανο της δόξης.

Δεν υπάρχουν σχόλια: